Λίγο μετά τον θρίαμβο της Αθήνας στον Μαραθώνα (490 π. Χ.), ταξιδεύουμε στην πρωτεύουσα της Περσίας. Εκεί θα συναντήσουμε το βασιλιά Δαρείο. Είναι όλος θυμό και ντροπή: μόλις πληροφορήθηκε την πανωλεθρία του στρατού του, στο Μαραθώνα. Γι’ αυτό, χωρίς να χάσει καιρό, ετοιμάζεται για καινούργια εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος. Μα, πριν προλάβει να ξεκινήσει, τον βρίσκει ο θάνατος. Απόμεινε, τότε στο γιό του, τον Ξέρξη, να βάλει σ’ εφαρμογή το σχέδιό του πατέρα του.
Στα Σούσα, στην πρωτεύουσα της Περσίας, ο Ξέρξης έχει καλέσει στο παλάτι τους σατράπες απ’ όλο το απέραντο κράτος του. Παφλαγόνες, Σύριοι, Πάρθοι, Αιθίοπες…όλοι με τις πιο επίσημες στολές τους καταφθάνουν στ’ ανάκτορα.
Ο βασιλιάς καθισμένος στο θρόνο του, δέχεται με περηφάνια την υποταγή του καθενός, που φτάνει και υποκλίνεται μπροστά του. Αφού συντάχτηκαν όλοι, ο Ξέρξης μιλάει. Θέλει να τους ανακοινώσει το μεγάλο σχέδιο, την εκστρατεία που ετοιμάζει εναντίον της Ελλάδος. Πρέπει να ξεπλύνει την ντροπή απ’ την προηγούμενη αποτυχία τους. Άλλωστε αυτή ήταν η επιθυμία του πατέρα του. Κι όταν υποδουλωθεί πια και η Ελλάδα, τότε η περσική γή θα συνορεύει με τους αιθέρες! Μα για να ’ρθει τούτη η λαμπρή ημέρα, χρειάζεται πολλή προετοιμασία. Αυτό ζητάει, τώρα, ο Ξέρξης απ’ τους συναγμένους άρχοντες. Ο καθένας πρέπει να ετοιμάσει στρατό, καράβια αυτά κι άλλα είπε ο βασιλιάς.
Παίρνει μετά το λόγο ο στρατηγός Μαρδόνιος, που είχε πριν εκστρατεύσει στην Ελλάδα κι είχε νικηθεί. Με τα πιο κολακευτικά λόγια επαινεί τις προτάσεις του βασιλιά. Όλα τα παρουσιάζει τόσο εύκολα… Ποιος να ’βρισκε το θάρρος ν’ αντιμιλήσει… Σκύβουν όλοι το κεφάλι.
Κι όμως, κάποιος εκείνη την ώρα βρίσκει τη δύναμη. Σηκώνεται και ζητάει το λόγο. Είναι ο Αρτάβανος, ο αδελφός του Δαρείου. Γέροντας σεβάσμιος, μυαλωμένος, με φρονιμάδα περισσή. Όλοι τεντώνουν τ’ αυτιά τους. Τι να ’χει άραγε να πεί σε τούτη την επίσημη σύναξη; Ο Αρτάβανος έχει πάρει την απόφαση. Να πεί την αλήθεια, το σωστό. Όχι κολακείες και ψευτοεπαίνους, που καταστρέφουν κι εκείνους που τους λένε κι εκείνους που τους δέχονται. Όχι, τίποτα απ’ αυτά.
«Η δική μου γνώμη, βασιλιά, είναι αντίθετη. Εγώ ο ίδιος και παλιότερα είχα συμβουλέψει τον πατέρα σου, να μη χτυπήσει τους Σκύθες. Δε με άκουσε. Και παρ’ όλο, ότι ήταν άπειροι στον πόλεμο, μας έκαναν, τότε μεγάλο κακό, όπως το ξέρεις. Σύ, τώρα υπολογίζεις να εκστρατεύσεις εναντίον ανδρών, που όχι ανώτεροι απ’ τους Σκύθες είναι., αλλά που κατέχουν την τέχνη του πολέμου, όσο κανείς άλλος. Λές να γεφυρώσεις τον Ελλήσποντο, για να περάσεις το στρατό μας. Σκέφθηκες, όμως, τι θα γίνει σε περίπτωση που με τα καράβια τους οι Έλληνες θα νικήσουν και θα καταστρέψουν τις γέφυρες; Ο στρατός μας, που θα ’χει απομείνει στη στεριά, τί θα γίνει, τότε; Βασιλιά, άν θέλεις, άκουσε τη γνώμη τούτη του γέροντα θείου σου. Κι ύστερα, μη ξεχνάς, ότι οι θεοί χτυπάνε αλύπητα όσους υψώνουν περήφανα το ανάστημά τους. Ακόμη μάθε, πως η βιασύνη σ’ αυτές τις περιπτώσεις κάνει μεγάλο κακό. Γι’ αυτό διάλυσε τη συνεδρίαση και σκέψου πιό ώριμα, πρίν είναι αργά…».
Λόγια μετρημένα, αληθινά, που έβγαιναν από μια πατρική καρδιά, γεμάτη αληθινό ενδιαφέρον για το βασιλιά και για ολόκληρο το έθνος. Ήταν μια μοναδική ευκαιρία για το νεαρό κι άπειρο βασιλιά να σκύψει και να ακούσει με προσοχή. Μα, τόσο καιρό τώρα οι κόλακες που τον περιτριγύριζαν κι οι συμφεροντολόγοι τον συμβούλευαν τόσο διαφορετικά. Βέβαια, απ’ τη φύση του δεν ήταν φιλοπόλεμος. Κι ο ίδιος στην αρχή, δε συμφωνούσε για την εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος. Όμως, μέσα σε λίγο διάστημα, είχαν τόσο άσχημη επιρροή οι γύρω του, που τώρα είναι ανίκανος να σκεφθεί λογικά. Και χάνει έτσι μια πολύτιμη ευκαιρία. Αφήνει τη συμβουλή του Αρτάβανου να πάει χαμένη!
«Σταμάτα, του λέει, γεμάτος θυμό. Εάν δεν ήσουνα αδελφός του πατέρα μου, δεν ξέρω τί τιμωρία θα σε περίμενε. Όχι. Η εκστρατεία θα γίνει. Οι Έλληνες πρέπει να τιμωρηθούν…».
Ωστόσο, τα λόγια του Αρτάβανου τη νύχτα έρχονται ξανά στο μυαλό του Ξέρξη και τον βασανίζουν. Μα τελικά, οι κόλακες απ’ τη μια μεριά, που όλο και του υποθάλπουν τη ματαιοδοξία και κάτι όνειρα, που 2-3 νύχτες έβλεπε συνέχεια, τον έκαναν να πάρει την τελική του απόφαση: Να εκστρατεύσει ο ίδιος εναντίον της Ελλάδος. Η φωνή που υψώθηκε, γεμάτη ειλικρίνεια και αγάπη, λέγοντας την αλήθεια, στο τέλος, παραμερίστηκε, πνίγηκε, κάτω απ’ την ασυλλόγιστη φιλοδοξία…
Χάθηκε έτσι μια ευκαιρία, που θα γλίτωνε και τον ίδιο τον Ξέρξη και ολόκληρο το έθνος του απ’ όλα όσα έγιναν στη συνέχεια (Θερμοπύλες, Σαλαμίνα, Πλαταιές), και που πρόσθεσαν μια ακόμα σελίδα ντροπής στην Ιστορία τους…
Από το βιβλίο: «Μικρές στιγμές από μεγάλη Ιστορία», εκδόσεις, Αδελφότης Θεολόγων, η «ΖΩΗ”.