Αρχαίοι άνθρωποι της Ανατολής – Φώτη Κόντογλου.

Προ λίγα χρόνια ακόμα μπορούσες να βρεις εκεί μέσα από κείνη τη γενιά των αρχαίων ανθρώπων, που δεν υπάρχουνε σε άλλα μέρη, σαν κι αυτούς που διαβάζουμε στις ιστορίες των παλαιών Ελλήνων, και που τις συνταιριάξανε ο γέρο – Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, ο Θεόκριτος, καθώς και στην Παλαιά Διαθήκη. Ήτανε αρχαίοι Έλληνες μαζί κι Ανατολίτες χριστιανοί, πράοι κι αθώοι ανθρώποι. Σα να τους απόκλεισε η φύση σε κείνο το βλογημένο στενοθάλασσο, κι απομείνανε όπως βρεθήκανε πριν από χιλιάδες χρόνια, ίδιοι κι απαράλλαχτοι, από τότες που ήτανε ειδωλολάτρες κι πιστεύανε στα ξύλα, στ’ άστρα και στα δέντρα.
Μα το παράδοξο είναι πως δεν ήτανε άγριοι, πονηροί και μοβόροι, μαχαιροβγάλτες κι ακοινώνητοι. Σαν παιδιά αγαπούσανε τις ιστορίες, όλα τα πιστεύανε, καλοσύνη είχανε στην καρδιά τους. Βαστούσανε στο χωριό σπίτια μ’ όλη την τάξη. Κλέφτες δεν ήτανε, ψέματα δεν λέγανε, τη δουλειά την αγαπούσανε, τον ξένο σαν αδερφό τους τον είχανε. Και τούτο, επειδή ζούσανε τη μεγάλη απλότητα κ’ ήτανε φχαριστημένοι με λίγα πράματα, και δε χρειαζόντανε μηδέ το ψέμα, μηδέ την κλεψιά, μηδέ το σκοτωμό, για να πληθαίνουνε την καλοπέρασή τους. την πείνα όμως δεν την ξέρανε, γιατί η μεγάλη στεριά, που τους γέννησε, δεν άφηνε κανέναν νηστικόν και παραπονεμένον, η βλογημένη Ανατολή, που βγάζει πολύ και γλυκό ψωμί, και κάθε λογής πράμα, μέλι, γάλα, λάδι κι ό,τι άλλο χρειάζεται για ζωοθροφία του ανθρώπου, δίχως μάταια πράγματα. Όπως η γης έθρεψε κάθε λογής προκομμένο δέντρο, η θάλασσα έθρεφε ψάρια που ‘χανε την ιδιαίτερη νοστιμάδα πόχει κάθε τι που βγάζει κείνη η βλογημένη πλάση, άγρια και ήρεμα.
Αλλά κ’ οι ανθρώποι δεν ήτανε πλεονέχτες, ο πλούσιος έδινε στον πιο φτωχό, κι ο φτωχός πάλε δεν ήθελε σώνει και καλά ν’ ανεβεί απάνου από τον άλλον, δε λίμαζε, δεν τον έτρωγε η ζηλοφθόνια, ούτε ο νους του ήτανε όλο το κέρδος, μόνο πέρναγε η ζωή τους με ειρήνη βαθιά, κι ο Θεός τους βλογούσε από πάνου.
Φαίνεται πως τέτοιοι πρωτινοί ανθρώποι υπήρχανε πάντα εδώ στην Ανατολή˙ και τότες που άλλαξε η θρησκεία και γινήκανε χριστιανοί, απομείνανε οι ίδιοι, γιατί η καινούργια θρησκεία ήτανε ποιητική και απλή σαν την παλιά βάλε και περισσότερο. Τούτοι βαστούσανε από ανθρώπους που ζήσανε και κείνοι κρυφά από τον Θεό, τον καιρό που κυβερνούσανε τον κόσμο οι Ρωμαίοι. Ύστερα, σα γίνηκε χριστιανικό βασίλειο η Κωνσταντινούπολη, και τα μέρη τούτα ήτανε ολότελα ξεχασμένα κι απόμερα, και δεν πήγαινε ποτές άνθρωπος από άλλη χώρα εκεί πέρα, γινήκανε πιο απλοί, αντί να ξυπνήσουνε και να πονηρέψουνε. Σε άλλα μέρη χαλούσε ο κόσμος από τους πολέμους, αμέτρητοι ανθρώποι σφαζόντανε στα τέσσερα πέρατα της σφαίρας, εδώ όμως βασίλευε ειρήνη.
Για τούτο ο άνθρωπος, μακριά από τις ακαταστασίες, «ζώον εύδαιμον εγένετο», όπως λέγει ένας αρχαίος Έλληνας, δηλαδή εζούσε σαν κανένα ευτυχισμένο ζο στην αγκαλιά της φύσης, που τον γλυκονανούριζε. Σα να ‘βγαινε από τη γης και πάλε να γύριζε στη γης, δίχως θλίψη, δίχως να γευτεί θάνατο, όπως το κεραμίδι, που κάνει ο κεραμιδάρης από το χώμα, σα γεράσει, λιώνει σιγά – σιγά και το γλείφει το κύμα στην ακρογιαλιά και γυρίζει πάλε ήσυχα στη γης. Σαν το αυγό π’ αφήνει το γιαλοπούλι απάνου στον άμμο, κοντά στην αρμυρήθρα, έτσι ήτανε κείνοι οι ανθρώποι.
Ο ουρανός στεκότανε ίδια καμάρα από πάνου τους, γύριζε με τον ήλιο, με το φεγγάρι και με τ’ άστρα, καθώς κι ο γύρος του χρόνου μεταλλάζουνταν από μέρα σε νύχτα κι από καλοκαίρι σε χειμώνα, κι όλα τούτα τα ζούσανε στην κάθε στιγμή, ενώ εμείς οι ανθρώποι της πολιτείας δεν προφταίνουμε να τα κοιτάξουμε, γιατί ζούμε μακριά και σαν όξω από την πλάση, φορτωμένοι με μάταιες έγνοιες.
Τα ρούχα τους, πουκάμισα και βρακιά φαρδιά, όλα ήτανε φαντά στην κρεβατή, από μαλλί πρόβιο που το λαναρίζανε και το γνέθανε οι γυναίκες. Το χειμώνα πρόβιες γούνες φορούσανε, γιατί πολλές φορές πέτρωνε η γης από το κρύο. Σιδερένια πράματα λιγοστά είχανε, μόνο βολευόντανε με καβίλιες αντίς καρφιά, παλούκια, ξυλόκουπες, διχάλια. Και στα σπίτια τους όλα τα χρειαζούμενα ξυλένια ήτανε. Πολλές φορές βάζανε ένα ξύλο αντίς για κουμπί. Οι τσομπάνηδες φορούσανε το χειμώνα προβιές με το μαλλί από μέσα.
Αν κ’ ήτανε ανθρώποι παντρεμένοι με όμορφες και γερές γυναίκες κ’ είχανε θυγατέρες με κορμιά ερωτικά σαν τα νιογέννητα φοράδια, ωστόσο φαινόντανε και σαν ασκητές. Το κρύο και τη ζέστη δεν τα φοβόντανε, γιατί ήτανε σαν το πρινόδεντρο, μαθημένο από μικροί.
Ζούσανε αναπαμένοι μέσα στη γλυκιά αγκαλιά της φύσης, σα να μη φύγανε οι παππούδες τους από το καταραμένο δέντρο. Με το τίποτα ζούσανε και τίποτα δεν τους έλειπε. «Τίς εστίν ο πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος».
Όχι πλατσομύτες, αραπάδες, όπως οι φυσικοί ανθρώποι στην Αφρική και στον ωκεανό, αλλά λεπτοκανωμένα χαρακτηριστικά, αρχαία ελληνικά και βυζαντινά, έβλεπες σ’ αυτούς τους βουνίσιους ανθρώπους. Οι νιοί ήτανε σαν τον Αχιλλέα, σαν τον Πάτροκλο, είτε και σαν τον Μέγ’ – Αλέξανδρο.
Πολλοί τους ήτανε σγουρομάλληδες κ’ ηλιοκαμένοι, συχνά ξανθότριχοι, όχι με κείνο το χρώμα που μοιάζει σα λινάρι, μα ίδιο με του ξεράγκαθου, π’ ανεμίζει στις χέρσες ακρογιαλιές, με το πρώτο χνούδι που ίδρωνε αλαφρά στο μουστάκι και στα μάγουλα, συνέχεια με τα τσουλούφια τους, αλισαχνιασμένο από τη θάλασσα. Οι γέροι πάλε μοιάζανε, άλλος σαν Ποσειδώνας με στριφτά γένια από την αρμύρα, άλλος σαν Όμηρος απαράλλαχτος, άλλος σαν Άγιος Νικόλας, άλλος σαν τ’ άγαλμα του Λαοκόοντα, άλλος σαν τον μάντη Τειρεσία, άλλος σαν Σκεντέρμπεης, τέτοια σκέδια. Οι μεσόκοποι πάλε παρομοιάζανε με τον Χριστό, όπως είναι ζωγραφισμένος στα παλιά τα κονίσματά μας, με τον Άη- Γιάννη τον Πρόδρομο, με τον αντρείο Λεωνίδα, με τον Θεμιστοκλή, τον Επαμεινώνδα, κι όσοι ξουρίζανε τα γένια τους ήτανε ίδιοι με τον Μάρκο Μπότσαρη, με τον Νικηταρά, με τον Μιαούλη, και με τους άλλους καπετανέους.
Αλλά και τα ονόματά τους ήτανε αρχαία: Μιλτιάδης, Δυσσέας, Ξενοφός, Λεγωνίδας, Αλέξανδρος, Αγαμέμνονας, Δημοσθένης, Όμηρος, Αγησίλαος, Παμεινώντας, Τέρπαντρος, Πυθαγόρας, Έχτορας, Ποσειδώνας, Μιστοκλής, Αχιλλέας, Πάτροκλος, Αριστείδης, Σοφοκλής, Βριπίδης, Κλεάνθης, Τιμολέοντας, Θρασύβουλος, Φιλοχτήτης, και παλιά χριστιανικά: Σίδωρος, Ακίντυνος, Ανίκητος, Φίλιππας, Νικάνορας, Παλουλόγος, Στέργιος, Ανδρόνικος, Δούκας, Ρήγας, Φωκάς.
Αλλά και τις γυναίκες, που και κείνες ήτανε σαν αρχαίες στο παρουσιαστικό, τις κράζανε με αρχαία ονόματα˙ Αφροδίτη, Ασπασώ, Πολυξένη, Μυρσίνη, Θεανώ, Κλεοπάτρα, Καλλιόπη, Ισμήνη, Αντρομάχη, Κλεονίκη, Ελένη, Κασσάνδρα, Ελπινίκη, Βρύκλεια, Αγαθόκλεια, Αθηνά, Χαριλειώ, Ευθαλία, Αγλαΐα, Νεφέλη, Ευρυδίκη, Ηρώ, Πολύμνια, Αριάδνη, Αντιόπη, Πηνελόπη, Δήμητρα, Αρσινόη, Θεώνη, Ροδόπη, και παλιά χριστιανικά: Ειρήνη, Ευανθία, Φεβρωνία, Ζαχαρώ, Ζωή, Μαγδαληνή, Υπαπαντή, Αντωνία, Βασιλοπούλα, Ευφημία, Ροδούλα, Χρυσάνθη, Αξιοθέα, Γρηγορία, Θεοκτίστη, Ρήγαινα, Δομνία, Μελανθία, Παλουγού, Κατακουζ’νή, Μελισσινή, Ζωγραφία, Μαλαματένια, Βλωτία, Στρατηγούλα, Πρεσβεία, Μιλτώ, Αντρονίκη, Βαγιώ, εξόν από τα συνηθισμένα.
Τα παλληκάρια βοηθούσανε τους πατεράδες τους, υποταχτικά, καλά παιδιά, και δε λέγανε πολλά λόγια. Πρώτα μιλούσανε πάντα οι γέροι, κ’ ύστερα οι νιοί. Οι γέροι σιγομιλούσανε, κουβεντιάζανε όλο με παροιμίες˙ γιατί οι κολασμένοι κ’ οι καταραμένοι βιάζουνται. Ο χαιρετισμός τους ήτανε: «Ώρα καλή!» – «Πολλά τα έτη!» – «Χαιρετίσματα!» ή «Προσκυνήματα!» «Μετά χαράς!».
Είχανε κ’ ένα δικαστήριο αναμεταξύ τους˙ ό,τι διαφορά είχανε οι νιότεροι, την κρίνανε οι γέροι, συμβουλεύοντάς τους και ταχτοποιώντας τους με την ορμήνεια, ήσυχα, δίχως οχλοβοή.
Ξέρανε την ιστορία τ’ Αχιλλέα, του Μεγ’ – Αλέξανδρου, του Παλαιολόγου, του Σκεντέρμπεη˙ πολλές φορές είχανε την ιδέα πως τα πιο αρχαία γινήκανε ύστερ’ από τον Χριστό. Τον Αλή Πασά, τους Σουλιώτες, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Θανάση Διάκο, τον Κολοκοτρώνη, και τους άλλους καπεταναίους, τους φέρνανε πάντα στην κουβέντα τους˙ από τους σημερινούς τον Παναγή τον Κουταλιανό, κ’ οι πιο καινούργιοι τον Νταβέλη και τον Παύλο Μελά. Από τους ξένους δεν ξέρανε μηδέ τον Μέγα Ναπολέοντα, μονάχα τον τσάρο ξέρανε, και τον πόλεμο της Κριμαίας, που τον έκανε ο «Μέγας Κατερίνης». Από τ’ άλλα τα έθνη γνωρίζανε τους Ιγγλέζους, τους Ρούσους και το Μισίρι, αλλά για χριστιανούς είχανε μονάχα τους Ρούσους. Αρχαία πολιτεία ήτανε γι’ αυτούς η Τρωάδα κ’ η Πέργαμο, κι αγιασμένα μέρη η Γερουσαλήμ και τ’ Άγιον ΄Ορος.
Τα χρώματα, εξόν από το κόκκινο, το μαβί, το πράσινο και το κίτρινο, τ’ άλλα τα βγάζανε από φυσικά πράματα, λαδί, θαλασσί, χρυσαφί, λεμονί, πορτοκαλί, λαχανί, τσαγαλί (αμυγδαλί), ξύδι, κρασουλί, ζαχαρί, καφεδί, σταχτί, μελί, καστανό, αχυρί, κεραμιδί, ψαρί, μελιτζανί, τριανταφυλλί, γερανί, ροδί, της σκουριάς το χρώμα, της φωτιάς το χρώμα.
Λίγο ως πολύ, όλοι τους όμορφα κι ασυνήθιστα μιλούσανε, σα ζωγραφιές ήτανε τα λόγια τους, μα ήτανε και κάτι γέροι ανάμεσά τους, που η ομιλία έβγαινε από το στόμα τους κι από το μέλι γλυκύτερη, όπως λέγει ο γέρο – Όμηρος. Αυτοί σταθήκανε οι δασκάλοι μου.
Από τ’ αρχαία λόγια που άκουσα να λένε και που δεν τα συνηθίζουμε πια εμείς, θυμάμαι για την ώρα τούτα: όρη (βουνά), σκόλη (σχολή, αργία), παίδος, θυγατέρα, Νεκτεναβός, χαμένο ρηγάτο, ποιγητής, παλιούι (πλαγίαυλος), έθαρμος (ένθερμος), χωρύγι (ασβέστης), προς νερού, τούμπα (τύμβος), πυθεύω, κροτώ (το κρότησε το μωρό), λατρεύω, αγαθός, πανάγαθος, έλεγος, ποντίζω, κι όσα βάζω συχνά μέσα στο γράψιμό μου. Οι θαλασσινοί λέγανε σωτρόπι, ποδόσταμο, δοιάκι, πεζόβολας, αθερίνα, θαλάμι, κι άλλα πολλά. Παράξενε λόγια που δεν τ’ άκουσα σ’ άλλο ελληνικό μέρος, λέγανε τούτα: σκούρκα (βράχος), κάκνα (γαλοπούλα), μπιζνέρα (τσέπη).
Μακάριοι ανθρώποι, σαν τους λεγόμενους Λωτοφάγους, δεν τους μόλεψε η πλεονεξία κ’ η περηφάνεια. Για τούτο θα μπορούσανε να δανείσουνε ευτυχία σε βασιλιάδες, σε βεζιράδες και σε ανθρώπους που τους τρέμει ο κόσμος.
Όλοι – όλοι καμιά κατοστή ανθρώποι ζούσανε ένα γύρο σε τούτη τη θαλασσινή λίμνη: τσομπάνηδες, ψαράδες, γιαλικάρηδες και κεραμιδαραίοι. Μακριά από την πολιτεία, που ήτανε χτισμένη στο παραέξω μέρος του μπουγαζιού, κι από το Γενιτσαροχώρι, πόπεφτε κατά το μέσα μπουγάζι, αλλά μακριά όμως από τη θάλασσα, δίχως να φαίνεται.
Όποτε κονομήσω λίγον καιρό, λογαριάζω να στορήσω σ’ άλλη φυλλάδα, έναν – έναν, κεινούς που σταθήκανε οι πιο σπουδαίοι κ’ οι πιο ασυνήθιστοι ανάμεσά τους.
Πολλούς απ’ αυτουνούς δεν τους έφταξα, αλλά άκουσα την ιστορία τους απ’ άλλο στόμα. Ο πιο παλαιός απ’ όσους ξέρω στάθηκε ο Γιάννης ο Βλογημένος. Απ’ όσους έφταξα ο πιο σπουδαίος ήτανε ο μπάρμπα – Μανώλης ο Βασιλές, το στοιχειό της θάλασσας. Ύστερα ερχόντανε με τη σειρά ο Λιβανής, ο Ψύλλος, ο Μπιλάλης, ο Λασπίτης, ο Ξεροτρόχαλος, ο Μπάμπουρας, ο Μπαρμπάκος, ο Ζαφείρης, ο Ντάντινας, ο Αρναούτης, ο παλαβο- Παρασκευάς, ο Γρίτσας κι άλλοι πολλοί.
Άλλοι ήτανε στεριανοί, άλλοι θαλασσινοί, μα κ’ οι πιο πολλοί οι στεριανοί ξέρανε από θάλασσα, κ’ ένα – δυο θαλασσινοί νογούσανε από ξοχαρική και ξέρανε ν’ αρμέξουνε. Πολυτεχνίτης ήτανε ο Σίλβεστρος, καλογερόδιακος που ΄ξερε τη στεριά και τη θάλασσα καλά, κ’ ήτανε ψάλτης, θαλασσινός, ξοχάρης, τσομπάνης και καραβομαραγκός˙ αλλά αυτός ήτανε ταξιδεμένος, ασκήτεψε και στ’ Άγιον Όρος, και δε λογαριάζεται με τους πρωτινούς, που τους λέγανε οι Τούρκοι «λιμάν μπαλούκ», δηλαδή ψάρια του λιμανιού.
Οι πιο απονήρευτοι απ’ ανάμεσά τους δεν ήτανε παγαιμένοι από πολλά χρόνια στην πολιτεία. Καμιά φορά που με ρωτούσανε τι γίνεται ο κόσμος, θυμόμουνα την ιστορία τ’ Άγιου Μάρκου, π’ ασκήτευε σ’ έναν έρημον τόπο και πήγε να τον εύρει ένας καλόγερος και, σαν τον ηύρε και μιλήσανε για πολλά, τον ρώτηξε ο αββάς: «Ίσταται ο κόσμος και θάλλει κατά το αρχαίον;» Και κείνος τ’ αποκρίθηκε: «Ναι, πάτερ, χάριτι Χριστού, και υπέρ το αρχαίον θάλλει πλείον ο κόσμος έως την σήμερον!» Έτσι ρωτούσανε και μένα κείνοι οι ανθρώποι.
Όλος ο κόσμος, ο ουρανός, η στεριά, η θάλασσα, ήτανε γεμάτος από στοιχειά κι από πνέματα. Τελώνια βρισκόντανε στα σύννεφα και στον πάτο της θάλασσας, «νυκτολάλα, αστρομαγικά, είτε εν άλσοις, είτε εν καλάμοις, είτε εν διόδοις, είτε εν ποταμοίς παρατρέχοντα». Η ειδωλολατρία κι ο χριστιανισμός ήτανε ανακατεμένα στη φαντασία τους, για τούτο το ‘χανε για ένα πράμα χριστιανός και Έλληνας. Πολλά ειδωλολατρικά πράματα λέγανε πως τα ‘πε ο Χριστός, ή πως είναι γραμμένα στο Βαγγέλιο.
Οι αγέρηδες, προ πάντων ο βοριάς κ’ η νοτιά, ήτανε στο πνέμα τους σαν ανθρώποι, ο ήλιος, το φεγγάρι το ίδιο. Τα φίδια ήτανε στοιχειωμένα. Υπάρχανε δέντρα και πηγάδια και πέτρες που τα ‘χανε για ιερά. Η θάλασσα ήτανε αγιασμένη. Το ψωμί ήτανε αγιασμένο, δεν πατούσανε ποτές απάνου στα ψίχουλα, κι αν έπεφτε χάμου κανένα κομμάτι ψωμί, τ’ ανεσπαζόντανε και το προσκυνούσανε κολλώντας το στο μέτωπό τους. Όποτε πίνανε κρασί, χύνανε λίγο στο χώμα, σα να κάνανε σπονδή. Χαιρετούσανε βάζοντας το δεξί χέρι στο στήθος και γέρνοντας αλαφρά το κορμί τους.
Οι τσομπάνηδες βλέπανε πολλές φορές έναν τραγοπόδη στα μαντριά, ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Άμα αρρωστούσανε τα πρόβατα, κάνανε ξόρκια παράξενα˙ άμα τελείωνε τ’ άρμεγμα, βουτούσε το τσομπάνης το χέρι του στ’ αφρισμένο γάλα και ράντιζε τα πρόβατα, μουρμουρίζοντας μυστικά λόγια. Κοντά σ’ αυτά, τα θυμιάζανε με χριστολούλουδα κάνανε αγιασμό μέσα στο μαντρί με το κοπάδι ολόγυρα, και κρεμάζανε φυλαχτά στο λαιμό τους. τα κουδούνια δεν τα βάζανε μόνο για να χτυπούνε, αλλά και για το μάτι, όπως τις χάντρες. Γητειές, δηλαδή μάγια, που στην αρχαία γλώσσα λέγονται γοητείες, κάνανε πολλές οι Λημιοί, πόρχουνταν από τη Λήμνο σε τούτα τα μέρη ξοχάρηδες˙ έχω διαβασμένα πως αυτοί από τ’ αρχαία τα χρόνια κάνανε πολλά μαγικά.
Το βόδι και το πρόβατο τα ‘χανε για βλογημένα, γιατί ζεστάνανε τον Χριστό με την ανασαμιά τους τότες που γεννήθηκε μέσα στο παχνί˙ το γίδι όμως το ‘χανε για καταραμένο. Το γάδαρο βλογημένον, γιατί σήκωσε τον Χριστό και τ’ άλογο βλογημένο, γιατί το καβαλίκεψεκ ο Άη – Γιώργης. Από τα δέντρα το πιο βλογημένο ήτανε η ελιά, της Παναγιάς το δέντρο. Η δάφνη, η μυρσίνη, ο βασιλικός , το δεντρολίβανο, ο αβαγιανός, ήτανε αγιασμένα. Η συκιά καταραμένη από τον Χριστό.
Οι θαλασσινοί πάλε είχανε για στοιχειωμένα κάτι βράχους, πέτρες, ξέρες και σπηλιές. Η θάλασσα άγιασε από τον Χριστό κι από τους Δώδεκα Απόστολους, που ήτανε θαλασσινοί ανθρώποι, βλογημένα και τα εργαλεία τους, τα δίχτυα και τα παραγάδια˙ τα δίχτυα όμως ήτανε πιο βλογημένα, γιατί σκεδάζουνε σταυρό, έτσι που ‘ναι μπλεγμένα. Το τετράγωνο πανί που βάζανε στις βάρκες της Ανατολής, το λεγόμενο τέντα ή φούσκα ή σακολεβίσο, το πρωτοηύρε ο Άη – Νικόλας, για να μην πνίγουνται οι ανθρώποι, γιατί είναι χαμηλό και φουσκωτό και ξεθυμαίνει ο αγέρας. Ο Άη – Νικόλας ηύρε και το τιμόνι με τα βελόνια, γιατί πριν οι ανθρώποι είχανε για τιμόνι ένα κουπί, και για τούτο δεν ταξιδεύανε με τα πανιά στα όρτσα, δηλαδή καταπάνου στον αγέρα, αλλά μονάχα πρίμα και δευτερόπριμα. Τις κουρίτες πάλε, μ’ άλλα λόγια τα ρηχά τα περάματα, που ‘ναι ίδια μονόξυλα, ίσια από κάτου δίχως καρίνα, τα ηύρε ο Χριστός, για να πλεύουνε στα ήμερα και στα ρηχά τα νερά, κι από πάν’ από τα δίχτυα, επειδή δεν πιάνουνε πολύ νερό.
Πολλές φορές μου λέγανε πως είδανε γοργόνες να λιάζουνται για να βουτάνε στ’ ανοιχτά δίπλα στη βάρκα, και άλλα στοιχειά να φτερνίζουνται μέσα στις σπηλιές, κάτι άλλα στοιχειά πάλε καβαλικεμένα απάνου σε σκυλόψαρα, όχι όμως σε δερφίνια, γιατί μέσα στο μπουγάζι δεν είχε δερφίνια, σπάνια να ‘χανε κανένα τα νερά του και να ‘μπαινε μέσα. Μου λέγανε και για κάποιο στοιχειό με γένια μαύρα, ήμερο, π’ αγαπά τους ανθρώπους, ο Κουντεντές, λεγόμενος˙ πολλές φορές καθότανε στα βράχια και δε μιλούσε. Όποιοι λάχαινε να τον δούνε, αλλάζανε δρόμο για να μην τον στενοχωρέσουνε. Ίσως να ‘τανε ο αρχαίος Τρίτωνας.
Στεριανοί και θαλασσινοί, είχανε την Ανατολή για βλογημένη, γιατί εκεί γεννήθηκε ο Χριστός, κι από κει βγαίνει ο ήλιος, κι όσοι ανθρώποι γεννιούνται στην Ανατολή, είναι βλογημένοι, Έλληνες και Τούρκοι.

Από το βιβλίο: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, του Φώτη Κόντογλου. Εκδόσεις: Άγκυρα. Αθήνα, Μάιος του 2009.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Θαυμαστά γεγονότα, Ιστορικά, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.