Κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά εκατό, Δ’ (61-80) – Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου.

61. Εκείνοι που έβαλαν με φόβο και τρόμο καλό το θεμέλιο της πίστης και της ελπίδας στην αυλή της ευσέβειας, και στήριξαν ασάλευτα τα πόδια τους επάνω στην πέτρα της υπακοής των πνευματικών πατέρων, και ακούν αυτά που εκείνοι παραγγέλλουν, σαν να λέγονται από το στόμα του Θεού, και τα οικοδομούν με ταπείνωση της ψυχής, χωρίς δισταγμό σ’ αυτό το θεμέλιο της υπακοής, κατορθώνουν αμέσως το σκοπό τους, αλλά και κατορθώνεται απ’ αυτούς αυτό το μεγάλο και πρώτο κατόρθωμα, το να απαρνηθούν δηλαδή τον εαυτό τους. Διότι, το να κάνει κάποιος ξένο θέλημα και όχι το δικό του, αυτό δεν προξενεί μόνο απάρνηση της ψυχής του, αλλά και τη νέκρωσή του προς όλο τον κόσμο.
62. Με εκείνον που αντιμιλά στον πνευματικό του πατέρα χαίρονται οι δαίμονες, εκείνον όμως που ταπεινώνεται ως το θάνατο τον θαυμάζουν οι άγγελοι˙ διότι ένας τέτοιος εργάζεται έργο του Θεού, με το να μιμείται τον Υιό του Θεού, που εκπλήρωσε την υπακοή στον Πατέρα του ως το θάνατο, θάνατο μάλιστα σταυρικό.1
63. Η πολλή και άκαιρη συντριβή της καρδιάς σκοτίζει και θολώνει το νου και, από τη μία, εξαφανίζει από την ψυχή την καθαρή προσευχή και την ταπείνωση, από την άλλη, προξενεί καρδιακό πόνο, και απ’ αυτόν άπειρη σκληρότητα και πώρωση˙ και με αυτά οι δαίμονες πραγματοποιούν στους πνευματικούς μοναχούς την απόγνωση.
64. Όποια ώρα και αν σε συναντήσουν αυτά, μοναχέ, και βρεις μέσα στην ψυχή σου πολύ ζήλο και πόθο τελειότητας, ώστε να επιθυμείς να εκπληρώσεις κάθε εντολή του Θεού, και να μην παραβαίνεις και αμαρτάνεις ούτε για ανώφελο λόγο,2 και να μην υστερήσεις από κανέναν από τους παλαιούς αγίους στην πράξη και στη γνώση και στη θέαση, βλέπεις όμως τον εαυτό σου να εμποδίζεται από εκείνον που σπέρνει κρυφά τα ζιζάνια3 της αποθάρρυνσης, για να μη φθάσεις σε τόσο μεγάλο ύψος της αγιοσύνης, με το να βάζει κρυφά μέσα στου λογισμούς, και να λέει, «Είναι αδύνατο σ’ εσένα να σωθείς μέσα στον κόσμο και να φυλάξεις χωρίς παράλειψη όλες τις εντολές του Θεού», τότε εσύ, αφού καθίσεις μόνος σου σε μία γωνία, συμμάζεψε τον εαυτό σου και συγκέντρωσε το λογισμό σου και πρόσφερε καλή σκέψη στην ψυχή σου και πες: «Γιατί, ψυχή μου, είσαι περίλυπη και γιατί με συνταράζεις; Έλπισε στον Θεό, διότι θα τον δοξολογήσω για τη σωτηρία μου. Διότι η σωτηρία του προσώπου μου δεν είναι τα έργα μου, αλλά είναι ο Θεός μου.4 Διότι ποιός θα σωθεί από τα έργα του νόμου;5 Διότι κανείς από τους ανθρώπους που ζουν στη γη δεν θα βρεθεί δίκαιος μπροστά του.6 Αλλά, από την πίστη, που έχω στον ίδιο τον Θεό μου, ελπίζω να σωθώ δωρεάν, με την ανέκφραστη ευσπλαχνία του. Φύγε από μπροστά μου, Σατανά, εγώ προσκυνώ τον Κύριο τον Θεό μου7 και από τη νεότητά μου λατρεύω αυτόν, που μπορεί να με σώσει μόνο με το έλεός του. Απομακρύνσου λοιπόν από μένα˙ ο Θεός, που με δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του,8 θα σε καταργήσει».
65. Ο Θεός δεν ζητά άλλο τίποτε από μας τους ανθρώπους, παρά μόνο να μην αμαρτάνουμε˙ αυτό όμως δεν είναι έργο του νόμου, αλλά είναι απαράβατη φύλαξη της εικόνας και του ουρανίου αξιώματος, με τα οποία, όταν παραμένουμε κατά φύση και φορούμε το λαμπρό χιτώνα του Πνεύματος, μένουμε μέσα τον Θεό, και ο Θεός μένει μέσα σ’ εμάς, και είμαστε κατά χάρη θεοί και υιοί του Θεού, και φωτιζόμαστε με το φως της γνώσης του Θεού.
66. Η ακηδία και το βάρος του σώματος, όταν προστεθούν στην ψυχή από οκνηρία και αμέλεια, απομακρύνουν από το συνηθισμένο κανόνα και προξενούν στο νου σκοτισμό και αποθάρρυνση, ώστε να εμφανίζονται στην καρδιά από εδώ λογισμοί δειλίας και βλασφημίας, και να μην μπορεί να μπει εκείνος που πειράζεται από τον δαίμονα της ακηδίας ούτε στον συνηθισμένο τόπο της προσευχής, αλλά και να δειλιάζει και να σκέφτεται παράλογες σκέψεις εναντίον του Δημιουργού των όλων. Αφού αντιληφθείς την αιτία, αλλά και από πού ήρθαν αυτά σ’ εσένα, μπες με προθυμία στο συνηθισμένο τόπο της προσευχής σου, και πέφτοντας γονατιστός μπροστά στον φιλάνθρωπο Θεό, δεήσου με στεναγμούς και με δάκρυα, με λυπημένη την καρδιά σου, για την απαλλαγή από το βάρος της ακηδίας και των πονηρών λογισμών, και αν χτυπάς επίπονα τη θύρα και αν επιμένεις να την χτυπάς, θα σου δοθεί γρήγορα η ελευθερία απ’ αυτά.
67. Εκείνος που απέκτησε καθαρή καρδιά, αυτός νίκησε τη δειλία˙ εκείνος όμως που ακόμη είναι στο στάδιο της κάθαρσης άλλοτε νικά τη δειλία και άλλοτε νικιέται απ’ αυτήν˙ εκείνος όμως που δεν αγωνίζεται διόλου, ή μένει εντελώς αναίσθητος, με το να είναι φίλος των παθών και των δαιμόνων, αυτός δηλαδή που μαζί με την κενοδοξία πάσχει και από έπαρση, με το να νομίζει ότι είναι κάτι, ενώ δεν είναι τίποτε, ή είναι δούλος και υποχείριους της δειλίας, με το να τρέμει σαν νήπιος ως προς εκείνους που φοβούνται τον Κύριο.
68. Εκείνος που φοβάται τον Κύριο δεν φοβάται τις επιδρομές των δαιμόνων, ούτε τις αδύναμες επιθέσεις τους, αλλά ούτε και τις απειλές των πονηρών ανθρώπων˙ καθώς είναι μάλιστα ολόκληρος σαν κάποια φλόγα ή σαν μία φλογερή φωτιά, με το να περιφέρεται νύχτα και μέρα σε τόπους απλησίαστους και σκοτεινούς, φυγαδεύει τους δαίμονες, που αυτοί περισσότερο αποφεύγουν τον ίδιο παρά εκείνος αυτούς, για να μην καούν από τη φλογοειδή ακτίνα της θείας φωτιάς, που βγαίνει απ’ αυτόν.
69. Εκείνος που βαδίζει σύμφωνα με το φόβο του Θεού δεν φοβάται όταν αναστρέφεται ανάμεσα σε πονηρούς ανθρώπους, επειδή έχει μέσα του το φόβο του Θεού και είναι οπλισμένος με το ακαταμάχητο όπλο της πίστης, με την οποία έχει τη δύναμη και μπορεί να κάνει όλα, ακόμη και αυτά που φαίνονται στους πολλούς δύσκολα και αδύνατα˙ αλλά όπως ένας γίγαντας ανάμεσα σε πιθήκους, ή όπως ένα λιοντάρι, που βρυχάται ανάμεσα σε σκυλιά και αλεπούδες, έχει πεποίθηση στον Κύριο, και τους καταπλήσσει με το σταθερό φρόνημά του και τους κατατρομάζει, κινώντας εναντίον τους σαν σιδερένια ράβδο9 το λόγο που λέγεται με σοφία.
70. Μην απορήσεις, αν κυριευθείς από δειλία, και με το να φοβάσαι όλα, τρέμεις˙ διότι ακόμη είσαι ατελής και αδύναμος και φοβάσαι τα σκιάχτρα σαν ένα νήπιο˙ διότι η δειλία είναι πάθος κενόδοξης ψυχής, νηπιακό και καταγέλαστο. Μη θέλεις λοιπόν να μιλάς ή να φέρνεις αντιρρήσεις σ’ αυτό τον δαίμονα˙ διότι, όταν η ψυχή τρέμει και κλονίζεται, δεν θα την ωφελήσουν τα λόγια˙ αφήνοντας όμως αυτά, ταπείνωσε, όσο μπορείς, το λογισμό σου, και πολύ γρήγορα θα αντιληφθείς ότι έχει εξαφανιστεί η δειλία.
71. Επειδή κάποιος κάποτε κυριεύθηκε από ακηδία, έγινε ο νους του πλαδαρός και σκοτεινός και παρέλυσε η ψυχή του, ώστε απ’ αυτό να εκλείψει σχεδόν το πένθος από την καρδιά του και να σβήσει μέσα του η φλόγα του Πνεύματος και να γεμίσει ολόκληρη η κατοικία του σώματός του από καπνό˙ αλλά όμως και η νάρκωση των μελών του σώματός του, που συνέβη μέσα του, τον έριχνε από οκνηρία στον ατέλειωτο ύπνο, ώστε αυτός να παραλείπει από ανάγκη και τη συνηθισμένη ακολουθία. Με το να αντιστέκεται όμως σ’ αυτά με την εγκράτεια και την αγρυπνία, μόλις νίκησε τον ύπνο, σκληρυνόταν αμέσως η καρδιά του από την υπερηφάνεια, και ενώ εξαφανιζόταν το πένθος, έμπαινε κρυφά μέσα του η δειλία. Μόλις όμως πάλι την αντιλήφθηκε να είναι μέσα του, βγήκε μέσα στη νύχτα από το κελλί του και απομακρύνθηκε σε τόπο ζοφερό και σκοτεινό, και αφού στάθηκε σ’ αυτό τον τόπο και σήκωσε τα χέρια του στους ουρανούς και σφράγισε τον εαυτό του με το σημείο του σταυρού και ύψωσε τα μάτια της ψυχής στον Θεό, μόλις ταπείνωσε λίγο το λογισμό του, αμέσως ο δαίμονας της δειλίας απομακρύνθηκε λίγο απ’ αυτόν. Ο δαίμονας όμως που είναι δυνατότερος απ’ αυτόν, ο φοβερός δαίμονας της κενοδοξίας, εξαπατούσε τον λογισμό του, επειδή ήθελε να τον παρασύρει και να τον παραδώσει πάλι στον δαίμονα της δειλίας˙ όταν λοιπόν το αντιλήφθηκε αυτό, θαύμασε και παρακαλούσε θερμά τον Θεό να απαλλάξει την ψυχή του απ’ αυτές τις παγίδες του διαβόλου.
72. Είναι, νομίζω, μεγάλη και δυσκολονόητη από όλους η περιπλοκή αυτών των παγίδων και η κακία και η μέθοδος των δαιμόνων. Αντιλήφθηκα μάλιστα ότι ο δαίμονας της δειλίας έρχεται και μάχεται μαζί με τον δαίμονα της ακηδίας, και ότι αυτός βοηθά και συνεργάζεται μ’ εκείνον, και ότι ο πρώτος προξενεί στην ψυχή φόβο με σκληρότητα, ενώ ο δεύτερος προξενεί σκοτισμό και αμέλεια, και ακόμη πώρωση της ψυχής και του νου και απόγνωση. Η ακηδία μάλιστα είναι γι’ αυτούς που αγωνίζονται δοκιμαστήρια, με το να γίνεται γι’ αυτούς αιτία ταπείνωσης.
73. Σ’ εκείνους που προόδευσαν στην προσευχή, και σ’ εκείνους που φροντίζουν για την προσευχή, ο δαίμονας της ακηδίας συνηθίζει κυρίως, ως επί το πλείστον, να τους πολεμά. Διότι κανείς άλλος από τους υπόλοιπους δαίμονες δεν υπερισχύει εναντίον τους, ή επειδή αυτός υπερίσχυσε εναντίον τους, επειδή το επέτρεψε ο Θεός για την παιδαγωγία μας, ή και επειδή αυτός έλαβε δύναμη εναντίον μας από τις ακαταστασίες του σώματος, όπως κυρίως πιστεύω. Αυτό μάλιστα, που λέγεται, σημαίνει το εξής˙ επειδή έφαγα πολύ και βάρυνε το στομάχι μου, αλλά και παρακοιμήθηκα, το πάθος της ακηδίας κυρίεψε το νου μου και νικήθηκα˙ έπειτα πάλι, επειδή εγκρατεύθηκα, νηστεύοντας υπερβολικά, έκανα το νου μου σκοτεινό και δυσκίνητο και έπεσα πάλι στο ίδιος πάθος. Μερικές φορές μάλιστα συμβαίνουν αυτά σ’ αυτούς που αγωνίζονται, δεν γνωρίζω πώς να το εκφράσω, και από την κράση του αέρα και από την πυκνή ομίχλη του νοτίου ανέμου.
74. Η ακηδία είναι θάνατος της ψυχής και του νου. Αν ο Θεός επέτρεπε σ’ αυτή να ενεργήσει εναντίον μας ανάλογα με τη δύναμή της, δεν θα σωζόταν ποτέ κανείς απ’ αυτούς που αγωνίζονται. Δικό μας λοιπόν έργο είναι το να αντισταθούμε στην ακηδία ανάλογα με τη δυνατότητά μας, έργο όμως του Θεού είναι και να μας ξυπνάει μυστικά και να μας αναδείξει φανερά νικητές της. Είναι όμως αδύνατο να αναστηθεί κάποιος που πέθανε, χωρίς τη βοήθεια εκείνου που ανέστησε τον εαυτό του από τους νεκρούς.
75. Όποια ώρα ο νους εξαπατηθεί, και πέσει σε υπερηφάνεια, και βυθιστεί σ’ αυτή, και υποθέτει μέσα του, καθώς βρίσκεται σε αγώνα, ότι αυτός είναι κάτι, εκείνη την ώρα η χάρη, που τον φωτίζει χωρίς να είναι ορατή, απομακρύνεται, και σύντομα, αφού τον αφήσει άδειο, αποδεικνύεται η αδυναμία του, καθώς επιτέθηκαν σ’ αυτόν τα πάθη, σαν άγρια σκυλιά, και ζητούν να τον καταπιούν˙ και αυτός, καθώς βρίσκεται σε αδιέξοδο, και δεν έχει που να φύγει και να σωθεί, καταφεύγει, με την ταπείνωση, στον Κύριο, που μπορεί να τον σώσει.
76. Εκείνος που έφυγε έξω από όλο τον κόσμο στοχάζεται τον εαυτό του σαν να είναι σε έρημο απάτητη και γεμάτη θηρία. Καθώς λοιπόν κυριεύεται από ανέκφραστο φόβο και απερίγραπτο τρόμο, φωνάζει στον Θεός όπως ο Ιωνάς10 από το κήτος και από τη θάλασσα της ζωής, και όπως οι τρείς Παίδες11 από το καιόμενο καμίνι της έμφυτης φωτιάς της επιθυμίας, και όπως ο Μανασσής από το χάλκινο άγαλμα12 αυτού του πήλινου και θνητού σώματος. Αυτόν, ακούγοντάς τον ο Κύριος, τον σώζει από το βυθό της άγνοιας και της φιλίας του κόσμου, όπως έσωσε εκείνον τον προφήτη από το κήτος, για να μην επιστρέψει πια σ’ αυτά˙ τον σώζει από το λάκκο των πονηρών λογισμών της επιθυμίας, που αρπάζουν και κατατρώγουν τις ψυχές των ανθρώπων, όπως έσωσε τον Δανιήλ˙ καταφλέγει και καταστρέφει την ψυχή του και την σπρώχνει και την έλκει με τη βία σε άτοπες πράξεις, δροσίζοντάς την με το Άγιο Πνεύμα, όπως εκείνους τους Ισραηλίτες13˙ και διατηρώντας τον αταπείνωτο και άπτωτο απ’ αυτή τη γήινη και βαριά και εμπαθέστατη σάρκα, τον κάνει τέκνο του φωτός και της μέρας,14 και δίνει σ’ αυτόν να γευθεί απ’ αυτή ακόμη τη ζωή την αθανασία.
77. Η ψυχή που κατοικεί εξαρτημένη μέσα σ’ αυτή την αθλιότητα του σώματος και που επιδιώκει τις ηδονές του και επιζητά τη δόξα των ανθρώπων, ή που αδιαφόρησε βέβαια γι’ αυτά, αισθάνεται όμως την ευχαρίστηση αυτής της κατάστασης, είναι εντελώς ακίνητη και απρόθυμη σε κάθε αρετή και σε κάθε εντολή του Θεού, επειδή είναι φοβερά επιβαρυμένη και δέσμια από τα κακά που έχουμε αναφέρει. Όταν όμως ξυπνήσει με τους κόπους της ταλαιπωρίας και τα δάκρυα της μετάνοιας, και αποτινάξει από τον εαυτό της το βάρος της σάρκας, και αποπλύνει την πίκρα του γήινου φρονήματος με τα νάματα των δακρύων, και προχωρήσει επάνω από την ταπείνωση των ορατών πραγμάτων, και απολαύσει το καθαρό φως, και αξιωθεί να αποκτήσει την ελευθερία από τα πάθη που την κυβερνούν, αμέσως τότε και η ίδια φωνάζει, όπως ο προφήτης, στον Θεό˙ «Έσχισες τον σάκκο μου και με έζωσες ολόγυρα με ευφροσύνη, για να σε υμνεί η δόξα μου και να μην κυριευθώ από λύπη».15
78. Η θεία Γραφή υποδηλώνει βέβαια τρεις τόπους, στους οποίους συνηθίζει να συχνάζει ο νους˙ εγώ όμως λέω ότι είναι, μάλλον, δύο οι τόποι, όχι επειδή δογματίζω αντίθετα προς τη Γραφή, ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά επειδή δεν υπολογίζω αυτό που υπάρχει ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος. Για παράδειγμα, αυτός, που πήγε από πόλη σε άλλη πόλη και από χώρα σε άλλη χώρα, δεν θα ονόμαζε χώρα ή πόλη και τον ίδιο το δρόμο που βάδισε, αν και θα δει σ’ αυτό τον δρόμο πολλά μεγάλα και θαυμαστά πράγματα. Διότι εκείνος που πήγε από την Αίγυπτο στη Γη της Επαγγελίας και κατοίκησε σ’ αυτή, θυμάται βέβαια όλα τα ενδιάμεσα και τα διηγείται σε όλους, δεν λέει όμως, ότι πήγε από την πρώτη πόλη ή χώρα στη δεύτερη, και από τη δεύτερη στην τρίτη, αλλά σαν να πήγε από τη δουλεία στην ελευθερία και από το σκότος στο φως και από την αιχμαλωσία στην αποκατάσταση στην πατρίδα του. Έτσι συνηθίζει και ο νους μας να πηγαίνει από την εμπάθεια στην απάθεια και από τη δουλεία των παθών στην ελευθερία του Πνεύματος και από την παρά φύση συνήθεια των παθών, που ο πνευματικός νόμος ονομάζει αιχμαλωσία, στην υπέρ φύση επιστροφή˙ από το βιοτικό πέλαγος και από τον βιοτικό κλύδωνα στην έξω από τον κόσμο γαλήνια κατάσταση˙ από την πίκρα των βιοτικών μεριμνών και θλίψεων στην ανέκφραστη γλυκύτητα και αμεριμνησία από κάθε γήινο πράγμα˙ από την επιθυμία για τα πολλά, και από τη δυσκολία και την ανησυχία, στο Ένα μόνο, και στην ολοκληρωτική σχέση και αγάπη του.
79. Η μετάβαση του νου από τα ορατά στα αόρατα και η παραμονή του από τα αισθητά σ’ αυτά που ξεπερνούν την αίσθηση, προξενεί λήθη για όλα τα παρελθόντα. Αυτή λοιπόν την κατάσταση εγώ την ονομάζω πραγματική ησυχία και χώρο και τόπο ησυχίας˙ όποιος θα αξιωθεί να ανεβεί σ’ αυτό τον τόπο, δεν θα κατεβεί πάλι από εκεί, όπως κατέβηκε ο Μωυσής, αφού έκανε επάνω στο όρος σαράντα μέρες και άλλες τόσες νύχτες˙ αλλά, αφού βεβαιωθεί ότι είναι καλό να μένει εκεί, δεν θα επιστρέψει πια διόλου προς τα κάτω˙ αφού μάλιστα γίνει από εδώ κατοικία της Τριάδος, θα κατοικήσει και ο ίδιος μέσα στην Τριάδα, σαν να είναι μέσα στην ίδια τη βασιλεία των ουρανών, επειδή δηλαδή τον κρατά η αγάπη και δεν τον αφήνει να πέσει.
80. Όχι μόνο αυτός που ησυχάζει ή αυτός που κάνει υπακοή, αλλά και αυτός που είναι ηγούμενος και αυτός που είναι προϊστάμενος πολλών, αλλά και αυτός που διακονεί, πρέπει να είναι αμέριμνος, να είναι δηλαδή, χωρίς αμφιβολία, ελεύθερος από όλα τα βιοτικά πράγματα˙ διότι, αν μεριμνούμε, βρισκόμαστε παραβάτες της εντολής του Θεού, που λέει: «Να μη μεριμνήσετε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ή τι θα πιείτε ή τι θα ντυθείτε˙ διότι όλα αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες».17 Και ακόμη λέει: «Να προσέχετε μήπως οι καρδιές σας γίνουν αναίσθητες από την κραιπάλη και τη μέθη και τις βιοτικές μέριμνες».18

Υποσημειώσεις.
1. Φιλιπ. 2, 8
2. Πρβ. Ματθ. 12, 36
3. Πρβ. Ματθ. 13, 25
4. Πρβ. Ψαλ. 41, 6
5. Πρβ. Γαλ. 2, 16
6. Πρβ. Ψαλμ. 142, 2
7. Πρβ. Ματθ. 4, 10
8. Γέν. 1,26
9. Πρβ. Ψαλμ. 2, 9
10. Ιωνάς 2,2
11. Δαν. 6, 18
12. Δαν. 3, 23
13. Βλ. σ’. 491, σημ. 19
14. Εννοεί τους Τρείς Παίδες.
15. Πρβ. Α’ Θεσσ’. 5,5
16. Ψαλμ. 29, 12-13 (σάκκος τραχύ ένδυμα, δηλωτικό του πένθους).
17. Ματθ. 6, 25 και 32
18. Λουκ. 21, 34

Από το βιβλίο: Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα (Νεοελληνική απόδοση).

Εκδόσεις: Περιβόλι της Παναγίας. Μάιος 2017

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιολογικά - Πατερικά, Γενικά, Λογοτεχνικά. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.