«Το κερί το λιβάνι και τους Σουλιώτες…»
Ήταν στα πρώτα χρόνια που ο Αλη-πασάς είχε πάρει το πασαλίκι των Γιαννίνων. Τον έτρεμε κιόλας όλη η χώρα, εκτός απ’ τους Σουλιώτες που ακόμα δεν τους είχε βάλει στο μάτι. Ένα απομεσήμερο, και ενώ ο Αλής ήταν ξαπλωμένος στον οντά του, χτύπησε την πόρτα του ο Βεληγκέκας.
Τι τρέχει, ορέ Βεληγκέκα; τον ρώτησε.
Πασά μου, τ’ απάντησε εκείνος κάνοντας και βαθιά υπό¬κλιση, οι άνδρες μου πιάσανε ένα Σουλιωτόπουλο. Είχε φύγει μα¬κριά απ’ το χωριό του. Ήταν κοντά στον υποτακτικό ενός μπέη και τον παραμόνευε.
Φέρτε το μπρος μου, ορέ, είπε ο Αλής κι ανασηκώθηκε.
Σέρνοντας δυο Αρβανίτες έφεραν μπροστά του ένα δωδεκά¬χρονο Σουλιωτόπουλο. Στην αρχή κλώτσαγε και τραβιόταν να φύγει, μα όταν αντίκρισε τον Αλή, σταμάτησε και τον κοίταζε πα¬ραξενεμένο.
— Προσκύνησε τον πολυχρονεμένο πασά, του λέει ο Βεληγκέκας.
Το παιδί έκανε πως δεν άκουσε και οι Αρβανίτες το έκαμαν να σκύψει με το ζόρι.
Έλα δω, μωρέ απροσκύνητο Σουλιωτόπουλο, του λέει ήρε¬μα ο Αλής και πες μου ποιο είσαι και τι ήθελες στο κονάκι του μπέη;
Συ είσαι ο Αλη-πασάς; ρωτάει ο μικρός. Και ακολούθησε ο διάλογος.
Εγώ, ορέ! Έχεις ακούσει για μένα;
Και πού είναι τα κέρατα σου;
Ξαφνιάστηκε ο Αλής και θύμωσε, μα έκρυψε το θυμό του.
— Σου είπανε, ορέ, πως έχω κέρατα;
— Άκουσα τον παππού μου, που έλεγε, πως ο διάβολος έβα¬λε τον αδερφό του για πασά στα Γιάννινα!
Άναψε ο Αλής, μα κρατήθηκε για να μάθει περισσότερα.
— Τώρα που με γνώρισες, ορέ, πιστεύεις ότι είπε ο παππούς σου;
Κούνησε το κεφάλι του σκεφτικά το παιδί και απάντησε:
— Μπορεί να τάκοψες τα κέρατα σου, για να ξεγελάσεις τον κόσμο.
Και δε φοβάσαι που είσαι μπροστά στο διάβολο;
Δε φοβάμαι, γιατί δεν μπορείς να μου κάμεις κακό.
Και γιατί, ορέ, δεν μπορώ;
— Γιατί ο διάβολος φοβάται τους Σουλιώτες. Φοβάται το κε¬ρί, το λιβάνι και τους Σουλιώτες!
— Και ποιος σου τόπε, ορέ κι αυτό; ο παππούς σου;
Όχι! η γιαγιά μου, μια νύχτα πούλειπε ο πατέρας μου στον πόλεμο.
Καλά, ορέ Σουλιωτόπουλο, σ’ αφήνω λέφτερο να ξαναπάς στον παππού και στη γιαγιά σου. Και φωνάζοντας το Βεληγκέκα:
—Βεληγκέκα, να πάνε γλήγορα το παιδί εκεί που το βρήκαν. Και δώστου και γερό μπαξίσι. Τούτο τ’ αητόπουλο, όταν μεγαλώ¬σει, χρειάζεται. Μακάρι τέτοια παλικάρια να είχα στη δούλεψη μου.
Το Σουλιωτόπουλο γύρισε στο χωριό του απείραχτο. Και ο Αλής, αφού έμεινε συλλογισμένος κάμποση ώρα, φώναξε κοντά του το γιο του το Βελή.
— Αχ, μωρέ Βελή, του λέει, όλα καλά και άγια, μα κείνο το Σούλι μούγινε κακός μπελάς. Πάνω που χαίρουμαι για την αξιο¬σύνη μου και τη δύναμη μου, ξαναμπαίνει αυτό στο μυαλό μου και μου φαρμακώνει την καρδιά. Αλλά να μη με λένε Αλή, αν δεν το πατήσω!
Πείνα αλλά και κέφι
Οι Αρβανίτες του Αλη-πασά πολιόρκησαν στενά το Σούλι. Έχτισαν τις κούλιες – μικρούς πύργους – γύρω του και δεν μπο¬ρούσε Σουλιώτης να ξεμυτίσει. Και η πείνα ρήμαξε το άμοιρο Σούλι δεκαοχτώ ολόκληρους μήνες. Βελανίδια, αγριόχορτα και φλούδες ζώων ήταν η τροφή των Σουλιωτών. Οι άρρωστοι και τα παιδιά πέθαιναν κάθε μέρα και οι άλλοι είχαν γίνει σωστά φαντά¬σματα. Κανένας όμως δε σκέφτηκε για παράδοση. Έσφιγγαν τα δόντια και δεν το έβαζαν κάτω. Είχαν όμως και τα εύθυμα και τα τυχερά τους!
Μια μέρα ένας Σουλιώτης, ο Γιάννης Στριβινιώτης, αγνάν¬τευε από μια ραχούλα και βλέπει πως οι Αρβανίτες μιας κούλιας είχαν ένα μπουλούκι γελάδια. Αμέσως έπιασε το μυαλό του το παράτολμο σχέδιο. Προμηθεύτηκε μια κάπα από δέρμα αγελά¬δας, τη φόρεσε και πλησίασε το κοπάδι εκεί που βοσκούσε. Κοί¬ταξε μην τον βλέπει κανένας και χώθηκε ανάμεσα στις αγελάδες περπατώντας με πόδια και με χέρια. Μόλις νύχτωσε, μπήκε κι αυ¬τός με τις αγελάδες μέσα στο στάβλο της κούλιας, χωρίς να τον πάρει μυρουδιά ο Αρβανίτης που τις βόσκαγε.
Μόλις κόντευαν μεσάνυχτα, ανοίγει προφυλαχτικά την πόρτα και βγαίνει το κοπάδι έξω. Το βάζει μπροστά και το οδηγεί κατά το Σούλι. Ξυπνάει ο Αρβανίτης, το βλέπει, μα φοβάται να πλησιά¬σει μήπως είναι πολλοί Σουλιώτες στο κοπάδι. Έτσι ο τολμηρός Σουλιώτης το έφερε στο Σούλι. Μόλις είδαν τόσες αγελάδες οι Σουλιώτες, πέταξαν απ’ τη χαρά τους. Και για αρκετές μέρες τό-ριξαν στην κρεατοφαγία και το γλέντι. Και η πολιορκία κρατούσε.
Κάποια άλλη μέρα, ένας σουλιώτικος γάιδαρος ξέφυγε απ’ το Σούλι και πλησίασε στις κούλιες των Αρβανιτάδων και κείνοι τον έπιασαν. Άρχισαν τότε να φωνάζουν οι Σουλιώτες απο τα ψηλά βράχια τους:
Ορέ Τούρκοι, δώστε μας πίσω το γάιδαρο και ζητήστε μας ό,τι θέλετε.
Να μας δώστε τους αιχμαλώτους που πιάσατε απ’ τους δι¬κούς μας, απάντησαν εκείνοι.
Βρε, δεν ντρεπόσαστε; Τόσοι Τούρκοι αξίζουν, όσο ένας γάιδαρος;
Ντροπιάστηκαν οι Τούρκοι και λένε:
— Καλά δώστε μας ό,τι θέλετε.
Τους δίνουν οι Σουλιώτες έναν αιχμάλωτο και μόλις πήραν πίσω το γάιδαρο τούς φωνάζουν:
— Να, ορέ Τούρκοι, πόσο αξίζετε! Όσο ένας σουλιώτικος γάι¬δαρος!
Τους αιχμαλώτους οι Σουλιώτες, αν τους έπιαναν στη μάχη, τους σκότωναν ή τους άλλαζαν με γρόσια. Αν όμως παραδίνον¬ταν, τους αφόπλιζαν, τους δίναν μια κλωτσιά στα πισινά και τους έλεγαν:
— Άντε στε στο καλό. Τραβάτε στ’ ασκέρι σας, πάρτε και¬νούργια όπλα και μεις εδώ είμαστε πάλι. Τα χρειαζόμαστε.
Οι Σουλιώτες πέφτουν στην παγίδα
Σκληρό καρύδι τούτο το Σούλι, σκέφτεται ο Αλής. Δύσκολο να το κάμει καλά με πόλεμο. Μα ξέρει κι άλλα τερτίπια αυτός. Και τα βάζει μπρος. Στέλνει στους δυο μεγαλύτερους καπεταναίους των Σουλιωτών το παρακάτω γράμμα:
«Φίλοι μου, καπετάν Βότσαρη και καπετάν Τζαβέλλα, εγώ ο Αλη-πασάς σάς χαιρετώ και σας φιλώ στα μάτια. Επειδή και εγώ ξεύρω πολύ καλά την ανδραγαθία σας και την παλικαριά σας, μου φαίνεται να έχω χρεία από λόγου σας. Λοιπόν, μην κάμετε αλλέως, παρακαλώ, αλλ’ ευθύς, οπού λάβετε τη γραφή μου, να μα¬ζώξετε όλα σας τα παλικάρια και να έλθετε να με εύρητε, δια να πάγω να πολεμήσω τους εχθρούς μου. Τούτη είναι η ώρα και ο καιρός, οπού έχω χρείαν από λόγου σας και μένω να ιδώ τη φιλία σας και την αγάπη σας, οπού έχετε δια λόγου μου. Ο λουφές σας θέλει είναι διπλός από όσο δίνω στους Αρβανίτες, διατί και η πα¬λικαριά σας ξέρω πως είναι πολύ μεγαλύτερη από την εδική τους… Ταύτα και σας καρτερώ…».
Γίνεται πολεμικό συμβούλιο στο Σούλι με όλους τους καπε¬ταναίους. Πολλοί δεν πιστεύουν στα λόγια του Αλή και λένε ν’ αρνηθούν τη βοήθεια. Ο Λάμπρος Τζαβέλλας όμως επιμένει να πάνε. Με εβδομήντα παλικάρια ξεκινάει ο ίδιος ο Τζαβέλλας και φτάνει στο στρατόπεδο του Αλή. Χαρούμενος ο Αλής τούς υπο¬δέχεται.
— Ορέ μπίρο μ’, καλωσόρισες. Δε φαντάζεσαι τη χαρά που μούδωκες. Πετάει η καρδιά μου από ευτυχία σαν έχω τέτοια παλι¬κάρια κοντά μου. Στρώστε, μωρέ, τραπέζια και σφάχτε αρνιά να περιποιηθούμε τους ξένους μας!
Το στήσανε στο γλέντι. Σε κάποια στιγμή λέει ο Αλής στο Λάμπρο, που καθόταν δίπλα του:
Μωρέ Λάμπρο, κάποιος μούλεγε, πως όταν έχετε καιρό, αγωνίζεστε στο τρέξιμο και στο πήδημα, για να συνηθίσετε να τρέχετε στα βουνά σας, όταν πολεμάτε.
Ναι, πασά μου, είναι αλήθεια, απαντά ο Λάμπρος. Ούτε άλογο δε μας φτάνει.
Και οι Αρβανίτες μου τρέχουν, ορέ Λάμπρο και δεν πιάνονται.
Ξύπνησε το φιλότιμο των Σουλιωτών που άκουγαν τη συζήτη¬ση. Αφήνουν τ’ άρματα σε μιαν άκρη και παίρνουν θέση, για να τρέξουν με μερικούς Αρβανίτες. Πέτυχε το κόλπο της γριάς αλεπούς! Ξεκίνησαν να τρέχουν εκείνοι, κάνει νόημα ο Αλής στο Γιουσούφ Αράπη, που τον είχε κατατοπίσει από πριν. Και κεί¬νος ορμά με μερικούς Αρβανίτες και παίρνουν τ’ άρματα των Σουλιωτών. Ύστερα τους πιάνουν όλους ξαρμάτωτους και τους ρίχνουν στα μπουντρούμια. Ένας πηδά σ’ ένα βράχο, πηδά σαν ζαρκάδι και γλιτώνει. Φτάνει λαχανιασμένος στο Σούλι και δίνει είδηση τι έγινε.
Ο Λάμπρος ξεγελά τον Αλή
Δυνατό ασκέρι Αρβανιτάδων ξεκινά για το Σούλι, νομίζοντας ο Αλής πως θα το βρει αφύλαχτο. Βρήκε όμως τους Σουλιώτες με τη σκανδάλη στο χέρι. Και πάλι ο Αλής καταφεύγει στην πονηριά. Προστάζει να βγάλουν το Λάμπρο Τζαβέλλα απ’ τη φυλακή και να τον φέρουν μπροστά του. Και αρχίζει πάλι τα καλοπιάσματα:
“Βλέπεις, ορέ Τζαβέλλα, πως και συ κι ο γιος σου Φώτος, είστε σκλάβοι μου και στο χέρι μου είναι να σας χαλάσω τούτη τη στιγμή. Ωστόσο ένα παλικάρι σαν εσένα, μπίρο μ’, κι ο πιο άσπλα¬χνος εχθρός θάθελε να του κάνει χαλάλι ζωή και λευτεριά. Τι λες; δίνουμε μπέσα”;
“Δεν ξέρω να χάρισες σε κανέναν τίποτα, χωρίς να πάρεις, του αποκρίνεται ο Λάμπρος. Τι χαλεύεις από μένα; Λέγε.”
“Σου κάνω χαλάλι κεφάλι και λευτεριά. Ακόμα, σου τάζω όσα γρόσια και τιμές μού ζητήσεις. Μα θ’ ανεβείς στο Σούλι και θα πεις σ’ αυτούς τους γιδοκλέφτες να μου το παραδώσουν με το καλό. Αλλιώς θα χαλάσω και σένα και το γιο σου και όλους του Σουλιώτες που κρατώ.”
Όσο μ’ έχεις δεμένο, άδικα ελπίζεις, του απαντά ο Λάμ¬προς. Λύσε με και θα πάω, πασά μου.
Πω! και πώς να σε πιστέψω, ορέ Τζαβέλλα;
Κρατάς ρεέμι ό,τι πιο ακριβό έχω: το Φώτο, το παιδί μου. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε ο Αλής, λέγοντας:
Άιντε, ορέ, με την ευχή μου! ^
Σαν αετός έφτασε ο Λάμπρος στο Σούλι και από εκεί στέλνει στον Αλή τούτη τη γραφή: «Αλη-πασά, χαίρουμαι οπού εγέλασα έναν δόλιον. Είμαι εδώ να διαφεντέψω την πατρίδα μου εναντίον εις έναν κλέφτη. Ο υιός μου θέλει αποθάνει, εγώ όμως, απελπίστως, θέλω τον εκδικήσω, πριν αποθάνω- κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπεί ότι είμαι άσπλαχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιό μου για τον ι¬δικό μου λυτρωμό- αποκρίνουμαι… Εάν ο υιός μου, νέος καθώς είναι, δε μένει ευχαριστημένος ν’ αποθάνει δια την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήσει και να γνωρίζεται ως υιός μου. Προχώρησε λοιπόν, άπιστε. Είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ. Εγώ ο ωμοσμένος (ορκισμένος) εχθρός σου Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας»
Σκύλιασε ο Αλής μόλις πήρε το γράμμα. Το διαβάζει και το ξαναδιαβάζει. Το αίμα του μαζεύτηκε στο κεφάλι. Σκέφτηκε να χαλάσει όλους τους κρατούμενους. Μα τι να βγει; Ίσως ζωντανοί να του είναι πιο χρήσιμοι. Παραγγέλνει στο γιο του το Βελή να τους φοβερίσει. Εκείνος καλεί το Φώτο μπροστά του και τον απειλεί.
— Έχω γραφή από τον πατέρα σου να σε ξεκάνω.
Κι αν με σκοτώσεις δε χάνει τίποτα το Σούλι, απαντάει ο Φώτος.
Ο πατέρας σου ξεγέλασε τον πασά και σας άφησε στο έλεος του, ενώ αυτός ζει στο Σούλι.
Χαίρομαι, γιατί θα εκδικηθεί το θάνατο μου.
Σας πρόδωσε, για να σώσει το κεφάλι του.
— Χρειάζεται πιο πολύ απ’ τα δικά μας, για να μένει το Σούλι λεύτερο.
— Και δε φοβάσαι το θάνατο;
— Ο Σουλιώτης απ’ τη στιγμή που θα γεννηθεί κοιμάται αν¬τάμα του και τον συνηθίζει.
Ανάβει απ’ το θυμό του ο Βελής. Θέλει να τον σκοτώσει, μα δεν έχει την άδεια του πατέρα του.
— Πάρτε τον από δω, τον διάβολο, μουγκρίζει! Δεν αντέχω άλ¬λο να τ’ ακούω.
Γυναίκες λιονταρίνες
Δεκάδες γυναίκες στην Επανάσταση του ’21 έδειξαν παλικα¬ριά κι αξιοσύνη, που πολλές φορές ξεπερνούσε και των ανδρών. Και φυσικά δεν ήταν δυνατό να υστερήσουν οι Σουλιώτισσες. Τόδειξαν σ’ όλα τα δύστυχα χρόνια, που τους κατάτρεχε ο Αλής ιδιαίτερα όμως στις παρακάτω περιπτώσεις:
Ήταν τότε που με τρεις χιλιάδες Τουρκαλβανούς ρίχτηκε ο Αλής να πατήσει το Σούλι. Όλη τη μέρα βάσταξε άγρια μάχη με τους Σουλιώτες. Και τ’ απόβραδο αποκαμωμένοι Τούρκοι και Σου¬λιώτες σταμάτησαν, γιατί τα τουφέκια τους ήταν έτοιμα ν’ ανά¬ψουν απ’ το ασταμάτητο ντουφεκίδι.
Τα γυναικόπαιδα ήταν πιο πίσω απ’ τους άνδρες και παρακο¬λουθούσαν με αγωνία τον πόλεμο. Και τώρα που σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, ξαφνιάστηκαν. Ο νους τους πήγε στο κακό. Τι να έγιναν οι άνδρες τους; Μήπως νικήθηκαν; Σηκώνεται ανάμεσα τους η Μόσχω, η γυναίκα του Τζαβέλλα, και με αγριεμένη όψη φωνάζει στις άλλες:
— Γυναίκες, το Σούλι έπεσε. Οι άνδρες μας σκοτώθηκαν και τώρα ποιος θα μας προστατέψει; Η σκλαβιά και η ατίμωση μάς πε¬ριμένει. Τι προτιμάτε; Τη ντροπή ή το θάνατο;
— Το θάνατο! φώναξαν όλες μαζί!
— Ε, τότε ακλουθάτε με, ξαναλέει. Οι γριές να μείνουν •εδώ” με τα παιδιά. Αν δούνε τον κίνδυνο, να ο γκρεμός. Και μεις, πάμε να συναπαντήσουμε το θάνατο με τους άνδρες μας!:
Αρματώνονται με όσα άρματα είχαν και οι άλλες με ξύλα και τσεκούρια και τραβούν μπροστά με πρώτη την ξακουσμένη Χάι¬δω. Πέφτουν ξαφνικά πάνω στους Αρβανίτες. Πάνε ν’ αντιστα¬θούν εκείνοι με τα γιαταγάνια. Το’πάθος όμως των γυναικών, οι πέτρες και τα τσεκούρια είναι δυνατότερα. Τα χάνουν οι Αρβανί¬τες και πισωδρομούν στην αρχή και σε λίγο το βάζουν στα πόδια, χωρίς να κοιτάνε πίσω τους. Το Σούλι σώθηκε για μια ακόμα φο¬ρά. Τούτο το περιστατικό το αποθανάτισε και η λαϊκή μούσα με τους παρακάτω στίχους:
«Η κυρά-Μόσχω φώναξε ‘πο πάνω απ’ την Κιάφα:
Πούστε, παιδιά Σουλιώτικα και σεις οι Τζαβελαίοι,
μαζί μου όλοι τρέξετε και άνδρες και γυναίκες,
τους Τούρκους κατακάψετε, σπόρο να μην αφήστε.
Να μείνουν χήρες κι ορφανά, γυναίκες και παιδιά τους.
Να λεν στο Σούλι τούς σκότωσαν, Σουλιώτισσες γυναίκες.
Η Μόσχω τότε όρμησε, με το σπαθί στο χέρι.
Τώρα να ιδείτε πόλεμο γυναίκικα ντουφέκια.
Σαν τους λαγούς εφεύγανε και πίσω δεν κοιτάζουν,
πέταξαν τα ντουφέκια τους, μόνο για να γλιτώσουν…»
Ανάμεσα Πρέβεζας και Πάργας είχε στηθεί από πολλά χρόνια ένα χωριό Σουλιώτικο. Ρηνιάσα τόλεγαν. Ύστερα απ’ το πάρσιμο του Σουλίου ο Βελής, γιος του Αλη-πασά, στέλνει πεντακόσιους Αρβανίτες να ξεπαστρέψουν κι αυτούς τους Σουλιώτες, για να χαθεί αυτή η φύτρα που τόσα φαρμάκια πότισαν αυτόν και τον πατέρα του. Μπήκαν οι Αρβανιτάδες στο χωριό κι άρχισε η τραγωδία. Άρ¬παζαν, ατίμαζαν, έσφαζαν. Κι ύστερα φωτιά σε όλα.
Στη μέση του χωριού ήταν ο πύργος του Δημουλά. Εκεί ήταν κλεισμένο το συγγενολόι της Δέσπως Μπότση. Ήταν μόνο γυναι¬κόπαιδα, γιατί οι άνδρες τους βγήκαν και μπλοκαρίστηκαν απ’ τους Αρβανίτες. Πλησιάζουν στον πύργο οι Αρβανίτες. Χτυπούν κιόλας τις πόρτες. Δε θα αργήσουν να μπουν μέσα. Και τότε…Τα βλέπει όλα αυτά η Δέσπω. Βλέπει ακόμα πως τα πολεμοφόδια τους πάνε να σωθούν. Μαζεύει γύρω της όλες τις γυναίκες και τα παιδιά. Τους κοιτάζει όλους αγριεμένη και τους ρωτά:
— Τι απ’ τα δυο θέλετε, την άτιμη ζωή ή τον τιμημένο θάνα¬το;
— Το θάνατο! φωνάζουν όλες.
— Ελάτε μαζί μου, τους λέει η Δέσπω, περήφανη για τη γεν¬ναία τους απόφαση.
Και κατεβαίνουν όλες στην μπαρουταποθήκη. Μαζεύονται γύρω από ένα βαρέλι με μπαρούτι. Με το άτρομο χέρι της βάζει φωτιά κι ανατινάχτηκαν όλες στον αέρα. Ξημέρωναν Χριστούγεννα του 1803. Και τούτο τον ηρωισμό τον τραγούδησε η λαϊκή ψυχή:
[Αχός βαρύς ακούεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν. Μήνα σε γάμο πέφτουνε, μήνα σε χαροκόπι; Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι. Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια. Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
«Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είναι δω το Σούλι. Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανιτών».
«Το Σούλι κι αν προσκύνησε κι αν τούρκεψεν η Κιάφα, η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε δεν κάνει». Δαυλί στο χέρι άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει.
«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσουμε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε». Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλες φωτιά γένηκαν.
«— Γυναίκα, λαβώθηκα! είπε ο Γιαννούσας.
— Καρδιά, ορέ Γιάννο, καρδιά λίγο και για το γιουρούσι. Άγρια η γυναίκα … έριχνε και μιλούσε κάποτε του Γιάννου, μέσ’ στη βροντοταραχή κι ήθελε να του δώσει υπομονή. Μα δε γύρισε και πίσω της να ιδεί. Κι άμα οι Σουλιώτες πεταχτήκανε με τα σπαθιά και πήρανε τους Τούρκους, ανέβηκε κι αυτή στο μετε¬ρίζι κι έσκουξε στριγκά.
Ύστερα συλλογίστηκε τον άντρα της. Έσκυψε και τον βρήκε ξυλιασμένο».
Η Μόσχω Τζαβέλα, η γυναίκα του Λάμπρου, σαν έμαθε πως ο Αλη-πασάς κράτησε το γιο της, το Φώτο, όμηρο είπε: «Σαν γλιτώσει το Σούλι, γλιτώνει και το παιδί μου, σαν χαθεί το Σούλι, τότε ας χαθεί και το παιδί μου».
Σε μια μάχη που πολεμούσε η ίδια και κρατούσε στην αγκα¬λιά της το άψυχο κουφάρι του ανιψιού της, Κίτσου Τζαβέλα, ακούστηκε να λέει: «Δεν πρόφτασα, ορ’ Κίτσο μου, να σε σώσω. Θα εκδικηθώ όμως το θάνατο σου, παλικάρι μου!».
Και η ηρωική Χάιδω. « Όταν κάποτε σε μια μάχη οι Τούρκοι έφευγαν οι Σουλιώτες τούς φώναζαν: Τι φεύγετε, ορέ; Και κείνοι απάντησαν: Δε μας κυ¬νηγάτε εσείς, η Χάιδω μάς κυνηγά». Τόσο τη φοβόνταν.
«Η Χάιδω, γράφει ο Βλαχογιάννης, πως του έλεγε η Σουλιώτισσα μάνα του ήταν ένα φάντασμα, ίσως καμιά ψυχή τρισάγια, που ήρθε να μας βοηθήσει απ’ τον ουρανό σταλτή. Κι ίσως η Πα¬ναγιά Παρθένα πήρε τη μορφή της… Ζούσε και πολεμούσε για το Σούλι και κανένας δεν τη νόμιζε για Χάιδω αληθινή, με σάρκα κι αίμα. Η Χάιδω και ζωντανή, ήταν ένα φάντασμα θεόσταλτο».
Το Ζάλογγο κι η θεια Βαρσάμω
Οι Τούρκοι πρόδωκαν τη συμφωνία. Και χτυπούσαν ακόμα και τα γυναικόπαιδα. Εκεί ψηλά στο βράχο που λέγεται Στεφάνι εξήντα γυναίκες Σουλιώτισσες χήρες και μικρομάνες σκέκονται με τα παιδιά στην αγκαλιά. Πάνω τους ξάστερος ο ουρανός και κει θρονιάζει η τιμή και η δόξα. Και κάτω ο βάραθρος. Πιάνουν τον ανεπανάληπτο χορό. «Έχε γειά καημένε κόσμε…». Και πρώτη ρί¬χνεται η κορυφαία. Κι ύστερα όλες ως την τελευταία. Στο βάρα¬θρο οι σάρκες αγκαλιαστές. Γυναίκες και παιδιά σφιχταγκαλια¬σμένα. Κι όλα τούτα τα μολογάει η Βαρσάμω, η θεια του Γιάννη Βλαχογιάννη:
«— Οι άλλες πιάσαμε την κορφή κι άμα ζύγωσαν οι Τούρκοι, δώσαμε τα χέρια και πηδήσαμε… Εγώ έπεσα πάνω στ’ άλλα κορ¬μιά… Κορίτσι πράμα, και λιγόσωμη… μ’ ηύραν οι Τούρκοι και με πήραν. Ύστερα λευτερώθηκα. Εξήντα χρόνια πέρασαν και ζω…».
Και η γριά Σουλιώτισσα που χρόνια αργότερα πεθαίνει στην ξενιτιά, βγάζει όλους τους δικούς της όξω απ’ το δωμάτιο που θρηνούν και κρατάει κοντά της μόνο το μικρό εγγόνι της και του δίνει την κληρονομιά της:
«Σε σένα, γιε μου, θέλω ν’ αφήσω τη διαθήκη μου τη μυστική, κανείς να μην τη μάθει! Η ευκή μου κι η κατάρα μου: Να σηκωθείς να πας στο Σούλι! Πρώτα θέλω να σου μολογήσω πως το Σούλι θα λευτερωθεί… Και θα πας αντάμα με τους άλλους τους Σουλιώτες. Τότες, αφού γονατίσεις και φιλήσεις τ’ άγιο χώ¬μα του, να κάνεις κατοχή στο σπίτι. Θα το γνωρίσεις απ’ το δέν¬τρο το μεγάλο στην αυλή… μπορεί και να μην είναι όμως… και το σπίτι να γκρεμίστηκε, αλήθεια να το βρεις! Και να το ξαναχτίσεις στα παλιά του θεμέλια. Ρωτώντας θα το μάθεις. Κάποιος παλιός θα μαρτυρήσει τ’ όνομα του- το δικό μας όνομα! Να τ’ αγιάσεις πρώτα και να το κατοικήσεις. Οι Τούρκοι θα το μόλεψαν. Νυφού¬λα ήμουν που τ’ άφησα. Να πας…».
Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΣΑΜΟΥΗΛ
Ποιος ήταν τούτος ο παράξενος άνθρωπος και από πού κρα¬τούσε η σκούφια του κανένας δεν έμαθε ποτέ. Ο Περραιβός γράφει πως καταγόταν απ’ τα χωριά της Παραμυθιάς. Ο Αν. Γούδας ιστορεί πως ήταν απ’ το χωριό Γουριάνιοτα, που βρίσκεται ανάμεσα στα Γιάννινα και την Παραμυθιά. Ο Φίνλεϋ γράφει πως ήταν Αλβανός. Άλλοι πάλι γράφουν πως ήταν απ’ το Λόμποβο των Φιλιατών. Όλα όμως τούτα είναι εικασίες και καμιά μαρτυρία δεν έχει αποδείξεις. Ο ίδιος ο Σαμουήλ ποτέ δε μίλησε για τον εαυτό του και την πατρίδα του.
Κείνο που ξέρουμε για τούτον τον παράξενο άνθρωπο, που πολλοί απλοϊκοί Σουλιώτες τον πίστευαν για αποσταλμένο του Θεού και προφήτη, είναι πως τον βρήκανε σε μια σπηλιά. Γύριζαν μια νύχτα από ένα γιουρούσι τους μερικοί Σουλιώτες και έξω από το Σούλι, στο βαθούλωμα ενός βράχου, είδαν μπροστά τους ένα ψηλό, κοκαλιάρη και κουρελιασμένον άνδρα με μάτια βαθουλωμένα, που κρατούσε ψηλά την « Αποκάλυψη» του Ιωάννη και σιγόλεγε:
— «Ήγκικε γαρ η τελευταία κρίση». Και το επαναλάβαινε. Τον νόμισαν για στοιχειό οι Σουλιώτες και τρόμαξαν. Χούφτωσαν τα γιαταγάνια τους και τον πλησίασαν. Εκείνος έβαλε το βιβλίο που κρατούσε σ’ ένα σακούλι, που κρεμόταν στο λαιμό του και τους είπε:
— Το τέλος του τυράννου πλησιάζει. Θεϊκή κατάρα θα τον καταστρέψει, να γλιτώσει η χριστιανοσύνη. Ήγκικε η τελευταία κρίση!…
Τον πήραν οι Σουλιώτες και τον πήγαν στο χωριό, το Σούλι. Του δώσανε ένα σπίτι να μείνει και φαΐ να φάει. Μα αυτός τους γύρισε πίσω το φαΐ λέγοντας τους:
— Δώστε το στα παιδιά και στους αρρώστους.
Αυτό ανέβασε την εκτίμηση του στους Σουλιώτες. Και η φή¬μη του ξαπλώθηκε σαν αστραπή στα γύρω χωριά. Κι έτρεχαν από παντού να τον ιδούν και να τον ακούσουν.
Και ο παράξενος εκείνος άνθρωπος δεν έμεινε αργός. Έπια¬σε στο Κούγκι την εκκλησιά της Αγίας Παρασκευής και από κει κατηφόριζε καθημερινά στα γύρω χωριά. Γέμιζε το σακούλι του ψωμί και ξαναγύριζε. Δεν τόθελε όμως για τον εαυτό του. Το μοίραζε στα Σουλιωτόπουλα, που όταν τον βλέπανε τρέχανε ξωπίσω του κοπάδι. Κι όταν οι Σουλιώτες είχαν σύναξη, πρώτος ο Σαμουήλ ανά¬μεσα τους. Μίλαγε σοφά και λογικά και όλοι σέβονταν τη γνώμη του. Αλλά κι όταν το Σούλι κινδύνευε απ’ τους Τουρκαλβανούς του Αλη-πασά, άρπαζε κι αυτός το ντουφέκι και νάτος πάλι πρώ¬τος ανάμεσα στους πρώτους πολέμαγε και ψύχωνε τους Σουλιώ¬τες. Είχε γίνει ο πατέρας κι ο αδερφός κι ο σύντροφος των Σου¬λιωτών.
Και ήρθε η μαύρη μέρα της 15ης Δεκέμβρη 1803 που οι Σου¬λιώτες, οι περήφανοι αυτοί οι αετοί της ελευθερίας, άφηναν τις φωλιές τους, το αγαπημένο τους Σούλι, κι έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς. Γύριζαν κάπου – κάπου με δακρυσμένα μάτια και κοίτα¬ζαν το Σούλι, που το αγάπησαν, όσο τίποτα άλλο στη ζωή τους. Έσφιγγαν την καρδιά τους και προχωρούσαν. Ανάμεσα τους όμως δεν ήταν ο Σαμουήλ με πέντε ακόμα Σουλιώτες. Τι είχε γίνει; Είχαν μείνει πάνω στο Κούγκι στην εκκλησιά της Αγίας Παρα¬σκευής, για να παραδώσουν επίσημα το Σούλι στον απεσταλμένο του Αλή. Όμως τα πράγματα μπλέχτηκαν. Όταν πλησίασαν το Σαμουήλ οι Τούρκοι, ένας τού λέει πειραχτικά:
Και τώρα, καλόγερε, πόσα βασανιστήρια νομίζεις πως θα σου κάμει ο Βεζύρης;
Δεν είναι άξιος ο Βεζύρης να μου κάμει τίποτα, τ’ αποκρί¬θηκε ο Σαμουήλ και όπως γράφει ο Περραιβός «βαστών κηρίον αναμμένον εις χείρας, ανέβη μετά τας απειλάς του Τούρκου επί ενός κιβωτίου, αφ’ όπου δους την απάντησιν εις τον Τούρκον, έρριψε ταυτοχρόνως το φυτήλι του κηρίου επί του εδάφους, όπου υπήρχε διασκορπισμένη πυρίτις και ούτω γέγονε, ο γέγονε». Πριν βάλει τη φωτιά στο μπαρούτι, μετάλαβε με τους πέντε συντρόφους του τα Άχραντα μυστήρια και πρόφτασε να κάμει την τελευταία του δέηση στον Ύψιστο που και σ’ αυτή φαίνεται η αγάπη του στο Σούλι και το Κούγκι:
«Εκεί ψηλά στο Θρόνο σου,
στην τόση βασιλεία,
δώσε σε μας τους δύστυχους, μικρή μια κατοικία,
να μοιάζει με το Σούλι μας
και δώσε μου ένα βράχο
κι εκεί το Κούγκι νάχω.
Χώμα στο Σούλι ελεύθερο,
για να ταφώ δε μένει,
ελέησόν με Πλάστη μου,
συχώρεσε να γένει,
το Κούγκι μου η εκκλησιά,
το ιερό σου βήμα
του Σαμουήλ το μνήμα…
(Α. Βαλαωρίτης)
Και έτσι ο καλόγερος Σαμουήλ, τελευταίος θεματοφύλακας του κάστρου του Κουγκιού, «τραγικός κορυφαίος», όπως γράφει ο Β. Κραψίτης, έκλεισε την αυλαία του Σουλιώτικου έπους. Απ’ το δαυλό του ακούστηκε μια βροντή που τη βρόντηξαν στην τροχιά τους τ’ αστέρια. « Κείνη τήν ώρα πάλευαν γης κι ουρανός, διεκδικώντας το Σα¬μουήλ, που τελικά υψώθηκε δοξασμένος πρόγονος μιας σειράς εθνομαρτύρων κληρικών».
«Καλός κι ο Βυζάντιος»
Δεν ήταν ο πρώτος ο Αλη-πασάς που θέλησε να χαλάσει το Σούλι και ν’ απαλλαχτεί απ’ τους Σουλιώτες. Οχτώ πολέμους, αναφέρει ο Περραιβός, έκαμαν πριν απ’ τον Αλή οι Τούρκοι εναντίον του. Και πάντα με ασκέρι πάνω από πέντε χιλιάδες. Και πάντα έσπαζαν τα μούτρα τους.
Το μεγαλύτερο ρεζιλίκι όμως τόπαθε ο Σουλεμάν Τσαπάρης απ’ τους Σουλιώτες, όταν με 9.000 Τούρκους έφτασε στο Σούλι. Οι Σουλιώτες τού στήσαν χωσιά ανάμεσα Κιάφας και Σαμωνίβας και αποδεκάτισαν τ’ ασκέρι του. Ο ίδιος με λιγοστούς αγάδες και το γιο του κλείστηκαν στην εκκλησιά τ’ Αι-Γιώργη του Σουλίου, για να γλιτώσουν. Τη νύχτα όμως ο Δήμος Δράκος ανεβαίνει κρυ¬φά στη σκεπή της εκκλησιάς, ανοίγει μια τρύπα και πετά μέσα στην εκκλησιά δυο τρία μελίσσια γεμάτα μέλισσες. Πού να σταθούνε οι κλεισμένοι που τους είχαν παραμορφώ¬σει οι μέλισσες με τα τσιμπήματα τους. Φωνάζουν πως θα δώσουν στους Σουλιώτες χίλια φλουριά, αν τους αφήσουν να φύγουν. Εν¬θουσιασμένοι οι Σουλιώτες με το κερδοφόρο κόλπο τους, τσέπω¬σαν τα φλουριά και τους άφησαν λέφτερους.
Από κει και ύστερα για αρκετά χρόνια δεν ξανατόλμησε πα¬σάς να τους πειράξει. Και διαφεντεύανε εξήντα χωριά. Έφτιαξαν δηλαδή, το κράτος τους, το «πολιτικών κατασκεύασμα παραδό¬ξου ιδιορρυθμίας», όπως το ονομάζει ο Αραβαντινός.
Οι Σουλιώτες όμως κατέβαιναν ταχτικά και ρήμαζαν τους Τούρκους. Τα είχε μάθει τα κατορθώματα τους και η αυτοκρατόρισσα της Ρωσίας, η Αικατερίνη Β| η μεγάλη. Και κάλεσε τους αρ¬χηγούς τους στην Πετρούπολη να τους καλοπιάσει και να τους κάμει συμμάχους. Πάνε λοιπόν οι πιο σημαντικοί Σουλιώτες στην Πετρούπολη και παρουσιάζονται στο παλάτι της Αικατερίνης. Τάχασαν απ’ τα χρυσαφικά και τις πολυτέλειες. Κάτι θα οικονομήσουμε σκέφτη¬καν. Ως εδώ-τους είπε η Αικατερίνη-έφτασαν τα νέα για τις νίκες σας εναντίον του κοινού μας εχθρού, του Τούρκου, που καταπά¬τησε ό,τι ιερό και όσιο έχει η περήφανη ελληνική φυλή σας που έφτιαξε Παρθενώνες και αγιές Σοφιές, Θερμοπύλες και Σαλαμίνες και με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία κατατρόπωσε τους βαρ¬βάρους…
Οι Σουλιώτες την κοίταζαν μ’ ανοιχτό το στόμα, χωρίς να κα¬ταλαβαίνουν τι τους έλεγε. Τι ήξεραν αυτοί από Παρθενώνες και Θερμοπύλες και Βυζάντιο. Και η Αικατερίνη συνέχισε:
Αυτό που θέλω από σας, που ήρθατε από τόσο μακριά ως εδώ, είναι να πολεμάτε νυχτόημερα τον Τούρκο τον άπιστο και σαν έρθει η ώρα, θα σας βοηθήσω κι εγώ να τον διώξουμε απ’ την Ελλάδα. Έτσι θα αναστήσουμε πάλι το ένδοξο Βυζάντιο…
Πάλι οι Σουλιώτες δεν καταλάβαιναν! Και σαν τέλειωσε η Αι¬κατερίνη ο πιο γέρος απ’ τους Σουλιώτες τής λέει:
— Καλός κι ο Βυζάντιος, βασίλισσα μου, αφού το λέει η χάρη σου. Μα για μπαρούτι και βόλια τι γίνεται; Αυτά χρειάζονται περισότερο απ’ τον κυρ-Βυζάντιο, που δεν τον ξέρουμε.
Γέλασε με την καρδιά της η Αικατερίνη. Τους εφοδίασε με ό,τι της ζήτησαν και γύρισαν χαρούμενοι στο Σούλι.
Πηγές:
1. Δημήτρη Μάνου: «Ο Αλη-πασάς ο Τεπελενλής» σελ. 86, 87.
2. Μπενέκου: «Ο Αλής….» σελ. 109, 110.
3. «Μνήμη Σουλίου» σελ. 50, 51.
Από το βιβλίο: “Στα δοξασμένα χρόνια”, των: Κώστα Δ. Παπαδημητρίου, Γιάννη Σμυρνιωτάκη. Αθήνα, Νοέμβριος 1985.